2. ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΙΚΕΣ ΦΑΙΔΡΟΤΗΤΕΣ
 
      Οἱ μέχρι σήμερα νεοελληνικὲς μεταφράσεις τῆς Π. Διαθήκης, ἐκτὸς τοῦ ὅτι οἱ περισσότερες εἶναι μεταφράσεις τῶν εὐρωπαϊκῶν μεταφράσεων, γερμανικῆς γαλλικῆς ἱσπανικῆς ἰταλικῆς ἀγγλικῆς, μεταφράσεων τοῦ πολὺ φθαρμένου καὶ παραχαραγμένου ἰουδαϊκοῦ μασοριτικοῦ κειμένου, ποὺ ἔγιναν ἐν μέρει μέσῳ τῆς λατινικῆς μεταφράσεως, τῆς βουλγάτας τῶν Βαρανίνα - Ἱερωνύμου, Ἰουδαίου ῥαββίνου καὶ “Χριστιανοῦ” μοναχοῦ, κι ἐν μέρει μέσῳ μιᾶς ἄλλης ἱσπανογλώσσου ἰουδαϊκῆς μεταφράσεως τοῦ IF’ αἰῶνος, οἱ δὲ ὑπόλοιπες προσπαθοῦν βέβαια νὰ εἶναι μεταφράσεις τοῦ κειμένου τῶν Ἑβδομήκοντα, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα εἶναι ὅ,τι καὶ οἱ παραπάνω, ἀφοῦ σὲ κάθε δύσκολο χωρίο ἀντιγράφουν ἀπὸ κεῖνες, εἶναι ἐπὶ πλέον καὶ μέσα στὸ ὀρθόδοξο νεοελληνικὸ κλῖμα πολλὲς φορὲς ἄστοχες μέχρι φαιδρότητος. ἔχουν τόσα καὶ τόσο τερατώδη καὶ γελοῖα λάθη, ποὺ κυριολεκτικὰ ἰσχύει γι’ αὐτὰ τὸ σκωπτικὸ ἐκεῖνο ποίημα τοῦ παλιοῦ ποιητοῦ, ποὺ λέει
 
              Ἡ φύσι ξελογιάστηκε, τῆς ἔστριψαν οἱ βίδες,
 
ἢ ἐκεῖνο τὸ σημερινὸ κι ἐπίσης σκωπτικὸ τραγούδι, ποὺ λέει γιὰ ἥλιο σὰν τὸν ἀχινό, μαῦρο καὶ ἀγκαθωτό, γιὰ δυὸ φεγγάρια, γιὰ πουλιὰ καὶ ψάρια ποὺ συζοῦν, καὶ γιὰ καράβια ποὺ ἀρμενίζουν στὸν οὐρανὸ καὶ ἀγκυροβολοῦν σὲ λιμάνια τῆς Ξάνθης καὶ τῆς Κομοτηνῆς.
      Δίνω ἐδῶ μερικὰ μαργαριτάρια, δείγματα τῆς τέτοιας ποιότητος τῶν ἐν λόγῳ νεοελληνικῶν μεταφράσεων, στὶς ὁποῖες μπορεῖ νὰ βρῇ κανεὶς αὐγὰ σκαντζοχοίρων, ἀρσενικὲς δαμάλες, ἀρσενικὲς γίδες, καὶ κρασὶ ποὺ γίνεται νερό˙ καὶ φυσικὰ δὲν ἀστειεύομαι˙ κυριολεκτῶ.
       1. Στὸ Ἠσ 13,22 τὴ φράσι τοῦ προφήτου νοσσοποιήσουσιν ἐχῖνοι ( = θὰ φωλιάζουν σκαντζόχοιροι) ὁ Γιαννακόπουλος τὴ μεταφράζει “ἀκανθόχοιροι θὰ ἐκκολάπτουν τοὺς νεοσσούς των”! ἀσφαλῶς τὸ “ἐκκολάπτω” λέγεται μόνο γιὰ αὐγὰ καὶ θὰ πῇ “κλωσσάω τ’ αὐγὰ καὶ βγάζω πουλιά”, ἐνῷ τὸ ῥῆμα τῶν Ο’ ἐδῶ σημαίνει ἁπλῶς “φωλιάζω” καὶ “λημεριάζω”, καὶ μπορεῖ νὰ λεχθῇ γιὰ ὁποιοδήποτε ζῷο.
       2. Στὸ Ψα 28,6 οἱ ἁπλουστευταὶ τοῦ Βέλλα, στὴν ἔκδοσι τῆς Βιβλικῆς Ἑταιρίας ποὺ ἐξεκόλαψε τὴ μετάφρασι τοῦ 1997, τὸν ἐκεῖ μόσχον τὸν μεταφράζουν “δαμαλάκι”, ἐνῷ τόσο τ’ ἀρχαῖα μόσχος καὶ δάμαλις ὅσο καὶ τὰ σημερινὰ μόσχοςμοσχάρι καὶ δαμάλαδαμάλι λέγονται γιὰ τὰ πρὸ τῆς ἥβης ἀρσενικὰ καὶ θηλυκὰ βόδια ἀντιστοίχως καὶ ξεχωριστά. τὸ ἀρσενικὸ δὲν λέγεται ποτὲ δαμάλι, ὅσο καὶ τὸ θηλυκὸ δὲν λέγεται ποτὲ μοσχάρι. δὲν πιστεύω νὰ ἔκανε τὸ λάθος ὁ Βέλλας, διότι καταγόταν ἀπὸ ἀγρότες καὶ ἤξερε ὅτι τέτοια πράγματα δὲν λέγονται. εἶμαι σίγουρος ὅτι τὸ γελοῖο αὐτὸ λάθος, γιὰ τὸ ὁποῖο γελάει καὶ τὸ παρδαλὸ δαμάλι, τὸ κατώρθωσε ἀρχικὰ ὁ ἁπλουστευτὴς τοῦ Βέλλα στὴ μετάφρασι τῶν Ψαλμῶν, ποὺ φαίνεται ὁ μεγαλείτερος παραγωγὸς τέτοιων μαργαριταριῶν, ἀλλὰ φέρουν ἴση εὐθύνη καὶ οἱ ἄλλοι τέσσερες μεταφρασταὶ καὶ ἡ ποιήτρια ποὺ σουλουπώνει τὰ νεοελληνικά τους καὶ δίνει ἔκφρασι στὴ μεταφρασμένη Βίβλο, διότι οἱ ἴδιοι δηλώνουν ἀβιάστως καὶ αὐθορμήτως ἀλληλέγγυοι καὶ συνυπεύθυνοι˙ καὶ εἶναι καὶ οἱ ἓξ οἱ Ἠ. Οἰκονόμου, Ν. Παπαδόπουλος, Π. Σιμωτᾶς, Β. Τσάκωνας, Μ. Κωνσταντίνου, καθηγηταὶ θεολογικῶν σχολῶν καὶ οἱ πέντε, καὶ Κ. Χιωτέλη φιλόλογος - ποιήτρια. ἐνδέχεται ὅμως, εἰδικὰ αὐτὸ τὸ μαργαριτάρι, νὰ εἶναι τῆς τελικῆς σουλουπώτριας, τῆς ποιητρίας δηλαδή, ὁπότε εἶναι κι αὐτὸ μιὰ ἀπὸ τὶς συνέπειες τοῦ ὅτι στὴ μεταφραστικὴ ἐπιχείρησι τῆς Βίβλου, ποὺ δίνει ἐν τέλει καὶ τὴν ἔκφρασι τῆς μεταφρασμένης Βίβλου, ἔβαλαν γυναῖκα, πρᾶγμα ποὺ δὲν ξανάγινε στὴ ζωὴ τῆς ἐκκλησίας καὶ εἶναι τελείως ἀνιστόρητο καὶ προτεσταντικό. ποιοί τοὺς ἔμαθαν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα; οἱ προτεστάντες τῆς Βιβλικῆς Ἑταιρίας, αὐτοὶ ποὺ ἔχουν πάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι τους ἐπισκοπῖνες γυναῖκες; ὁμιλίαι κακαὶ φθείρουσιν ἤθη χρηστά˙ δὲν τὸ διάβασαν αὐτὸ στὴ Βίβλο ποὺ μεταφράζουν; ἢ δὲν τὸ κατάλαβαν κι αὐτό; ἡ γυναίκα στὴν ἐκκλησία κατὰ τὴ Βίβλο, Παλαιὰ καὶ Καινὴ Διαθήκη, δὲν κηρύττει, δὲν ἐκφράζεται, δὲν λαλεῖ, δὲν διδάσκει, μὲ κανέναν τρόπο, δὲν ἱερατεύει, δὲν χειροτονεῖται, δὲν ἡγεῖται, δὲν αὐθεντεῖ ἀνδρός, οὔτε διορθώνει οὔτε σουλουπώνει ἄντρα καὶ μάλιστα στὸ λόγο του, ἀλλὰ ἐν ἐκκλησίᾳ σιγᾷ καὶ μόνο διακονεῖ, χωρὶς βέβαια καὶ νὰ προσεύχεται ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ πληρώματος ἐν ἐκκλησίᾳ ἐκφώνως ὅπως ὁ ἄντρας διάκονος. θὰ μποροῦσαν νὰ τὴν ἔχουν τὴν ποιήτρια, γιὰ νὰ τοὺς φτιάχνῃ καφέδες ἢ τὸ πολὺ νὰ δακτυλογραφῇ, καθὼς καὶ στὴν ἀρχαία ἐκκλησία ὑπῆρχαν γυναῖκες καλλιγράφοι˙ ὄχι νὰ διευθετῇ τὴν ἔκφρασι τῆς Βίβλου. ἀφοῦ οἱ ἴδιοι νιώθουν ὅτι δὲν κατέχουν τὴ γλῶσσα στὴν ὁποία μεταφράζουν ἀπὸ τ’ ἀγγλικὰ ἢ τὰ γερμανικά, τὴ λαλούμενη δηλαδὴ καὶ μητρική τους γλῶσσα, γιατί δὲν προσέλαβαν ἕνα φιλόλογο ἄντρα; ἀλλ’ ἀφοῦ τὴν ἔχουν τὴν ποιήτρια καὶ τὴ θέλουν τόσο πολύ, – ἐγὼ τοὐλάχιστο δὲν διαφωνῶ μαζί τους ὅτι στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα ποὺ μιλᾶμε ὡς μητρική μας αὐτὴ εἶναι καταλληλότερη ἀπ’ αὐτούς–, ἂς λούζωνται καὶ τ’ ἀρσενικὰ “δαμαλάκια” ποὺ τοὺς παράγει ἢ τοὺς τ’ ἀφήνει ἀδιόρθωτα˙ ἄλλωστε οἱ σημερινοὶ ποιηταί, ὅταν πάρουν ἀπὸ τὴ σημαία τὴν περιβόητη πλέον “ποιητικὴ ἄδειά” τους, ποὺ σκεπάζει στοργικὰ κάθε κενό, μποροῦν νὰ σοῦ παραγάγουν ὅ,τι δὲν φαντάζεσαι σὺ ὁ μὴ ποιητής.
      3. Στὰ χωρία Ἆσ 4,1 καὶ 6,5 τὶς φράσεις τοῦ ποιήματος τῶν αἰγῶν αἳ ἀπεκαλύφθησαν καὶ τῶν αἰγῶν αἳ ἀνεφάνησαν ὁ μεταφραστὴς Τυπάλδος κι ὁ ἐπόπτης - ἀναθεωρητὴς τῆς μεταφράσεως Βάμβας, καθηγηταὶ τῆς φιλοσοφικῆς σχολῆς τοῦ Ἰονίου πανεπιστημίου καὶ οἱ δυό, τὶς ἀποδίδουν καὶ τὶς δυὸ φορὲς ὡς “αἰγῶν καταβαινόντων”! νὰ λοιπὸν καὶ οἱ ἀρσενικὲς κατσίκες. γιὰ νὰ μὴ νομίσῃ κανεὶς ὅτι λέω ὑπερβολές. ὁ Βάμβας μάλιστα ὡς καθηγητὴς εἶχε γράψει καὶ “Τεχνολογικὸν”(= Γραμματικὴ) καὶ “Συντακτικόν”, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ὁ ἴδιος δὲν διδάχτηκε νὰ μὴν κάνῃ τέτοια τραγελαφικὰ λάθη, μετατρέποντας ἀπὸ τὴ μιὰ λέξι στὴν ἄλλη τὶς γίδες σὲ τράγους.
      4. Τὸ Θρ 2,12 (τὰ νήπια) ταῖς μητράσιν αὐτῶν εἶπαν˙ Ποῦ σῖτος καὶ οἶνος; ὁ Γιαννακόπουλος τὸ μεταφράζει˙ “ Ἐφώναζαν πρὸς τὰς μητέρας των˙ Ψωμί, μαμά! νερό, μαμά!”! (τὸ ἀπ’ ἔξω θαυμαστικὸ εἶναι δικό μου). ἐδῶ δὲν νομίζω ὅτι ὁ Γιαννακόπουλος δὲν ἤξερε ὅτι τὸ οἶνος σημαίνει “κρασί”, ἢ ὅτι δὲν σημαίνει σὲ καμμία περίπτωσι “νερό”. τὸ λάθος αὐτὸ δὲν εἶναι λάθος ἀγνοίας ὅπως τὰ τρία προηγούμενα, ἀλλ’ εἶναι κάτι τὸ πολὺ πιὸ σοβαρό. εἶναι μιὰ ἐνσυνείδητη ἄσεμνη κι ἀνήθικη μεταφραστικὴ παραχάραξι καὶ διαστρέβλωσι τῆς Βίβλου. εἶναι μιὰ ἀπὸ τὶς πολλὲς ἐκεῖνες διαστρεβλώσεις, μὲ τὶς ὁποῖες οἱ μεταφρασταί, ἐνωχλημένοι ἀπὸ τὴ χαλαρὴ κατὰ τὴν ἁγία γνώμη τους ἠθικὴ τῆς Βίβλου, σωφρονίζουν τὴ Βίβλο, στρέφοντάς την πρὸς τὸ σεμνότερο. συμμαζεύουν καὶ περιμαζεύουν τὸ θεό, ὁ ὁποῖος μερικὲς φορὲς κατὰ τὴν ἱερὰ γνώμη τους δὲν ξέρει τί λέει˙ τὸν ἐπαναφέρουν στὴν τάξι. ἄκου τὰ παιδιὰ κρασί! ἐπιτρέπονται τέτοια πράγματα; τὰ καλὰ παιδιὰ πίνουν μόνο νεράκι, καὶ αὐτὸ μόνο ζητοῦν ἀπὸ τὴ μαμά τους. κρασὶ πίνουν μόνο τὰ κακὰ παιδιά. βέβαια δὲν ξέρουν οἱ ἠθικολόγοι αὐτοὶ καὶ ἡ σεπτὴ γνώμη τους ὅτι στὴν ἀρχαιότητα, ποὺ δὲν ὑπῆρχε ζάχαρι, καὶ τὸ λιγοστὸ μέλι ἦταν μόνο γιὰ τοὺς πλουσίους – γάλα βούτυρον καὶ μέλι φάγεται λέει ὁ Ἠσαΐας γιὰ τὸν υἱὸν τῆς παρθένου, ποὺ θὰ γεννηθῇ (7,15˙22), θέλοντας νὰ ἐκφράσῃ προφητικῶς τὸ βασιλικό του ἀξίωμα, τὰ δὲ κάλαντά μας, ἀναφερόμενα στὸ χωρίο αὐτὸ τοῦ Ἠσαΐου, λένε˙
 
      Γεννᾶται κι ἀνατρέφεται μὲ μέλι καὶ μὲ γάλα˙
      τὸ γάλα τρῶν οἱ ἄρχοντες, τὸ μέλι οἱ ἀφεντάδες –
 
καὶ τὸ χαρουπόμελο ἦταν ἀκόμη σπανιώτερο, δὲν ξέρουν ὅτι τὸ ἄκρως ἀπαραίτητο ζάχαρο οἱ ἄνθρωποι τὸ ἔπαιρναν μόνο ἀπὸ τὰ φροῦτα καὶ τὸ κρασί. ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος, ποὺ ἔχει φροῦτα καὶ τὸ χειμῶνα, καὶ ζάχαρι ὅποτε θέλει ἄφθονη, κάνει εὔκολα καὶ χωρὶς κρασί, ὁ ἀρχαῖος ὅμως, ἂν τοῦ στεροῦσαν τὸ κρασί, πέθαινε. γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Βίβλος λέει τόσες φορὲς τὸν σῖτον τὸν οἶνον καὶ τὸ ἔλαιον, γι’ αὐτὸ κι ὁ Χριστός, θέλοντας νὰ συστήσῃ τὴ θεία εὐχαριστία μὲ τὰ δυὸ βασικώτερα γιὰ τὴ ζωὴ τρόφιμα, ἄρτον καὶ οἶνον ἐπέλεξε, καὶ δὲν βρέθηκε κανεὶς νὰ τὸν συνετίσῃ ὑποδεικνύοντάς του τὸ γαλατάκι ποὺ δὲν βλάπτει τὰ μικρὰ παιδιά. τὸ ἄμυλο τὸ ζάχαρο καὶ τὸ λίπος, τὰ τρία ἀναγκαιότερα γιὰ τὴ βιολογικὴ ἐπιβίωσι, ἦταν καὶ εἶναι ὁ σῖτος ὁ οἶνος καὶ τὸ ἔλαιον.
      Καὶ μὴ νομίσῃ κανεὶς ὅτι οἱ ἠθικολόγοι ποὺ “συμμαζεύουν” τὸ θεὸ καὶ τὸν “σωφρονίζουν” καὶ “ἀποκρύπτουν” τὶς ἀσχημοσύνες του, βελτιώνοντας τὴ Βίβλο, οἱ πουριτανοὶ αὐτοὶ ποὺ δὲν βγάζουν τὴ χριστιανικὴ ἠθικὴ ἀπὸ τὴ Βίβλο, ἀλλὰ βρῆκαν αὐτοὶ μιὰ ἀνώτερη καὶ σεμνότερη καὶ πνευματικώτερη ἠθική, πρεσβύτερη καὶ πρότερη τῆς Βίβλου, καὶ βάσει αὐτῆς κανονίζουν τὴ Βίβλο, τὴ συμμαζεύουν καὶ τὴ συμμορφώνουν – ποῦ στ’ ἀνάθεμα τὴ βρῆκαν αὐτὴ τὴν ἠθικὴ δὲν ξέρω, ξέρω ὅμως ὅτι τὴν ἔχουν, καὶ μ’ αὐτὴ σωφρονίζουν τὴ Βίβλο καὶ περιμαζεύουν τὸ θεό – , μὴ νομίσῃ, λέω, ὅτι αὐτὸ μόνο τὸ χωρίο τῆς Βίβλου βελτιώνουν ἑρμηνεύοντάς το πρὸς τὸ σωφρονέστερο. ἡ ὁσία προσπάθειά τους αὐτὴ ἔχει πάρει ἔκτασι ὅση δὲν φαντάζεται κανεὶς ἐκ πρώτης ὄψεως. γι’ αὐτὸ εἶπα προηγουμένως ἀνήθικη καὶ ἄσεμνη τὴ μεταφραστική τους διαστρέβλωσι ποὺ ἀσκεῖ κατ’ ἐξακολούθησι ἡ σεπτή τους κεφαλὴ στὸ βιβλικὸ κείμενο˙ διότι τί πιὸ ἀνήθικο καὶ τί πιὸ ἄσεμνο ὑπάρχει ἀπὸ τὸ νὰ τολμάῃ κανεὶς νὰ τοῦ βγαίνῃ τοῦ θεοῦ ἀπὸ τὰ δεξιὰ καὶ νὰ τὸν περιμαζεύῃ καὶ σωφρονίζῃ ὡς ἁγνότερός του καὶ ἁγιώτερος καὶ πνευματικώτερος; αὐτοὶ θὰ τὸν τιμωρήσουν κιόλας τὸ θεὸ κατὰ τὴ δευτέρα παρουσία ἤ, τὸ λιγώτερο, θὰ τὸν κατσαδιάσουν καὶ θὰ τοῦ βάλουν πιπέρι στὸ στόμα˙ γιὰ νὰ προσέχῃ ἄλλη φορὰ τί λέει μέσα στὴ Βίβλο.
      Εἶναι βέβαια τὸ φαινόμενο γνωστό˙ τὸ δρομολόγησε κυρίως ὁ Ἰουδαῖος ῥαββῖνος Ἀκιβά, ὁ μεγάλος ἐχθρὸς καὶ διώκτης τῶν Χριστιανῶν, ὁ συντάκτης τῆς ἰουδαϊκῆς Δευτερώσεως (= Μισνά), ὁ “δεύτερος Μωϋσῆς” κατὰ τὴν ἰουδαϊκὴ Σπουδὴ (= Ταλμούδ)˙ κι ἔπειτα, κυρίως μὲ τὸν σεμνὸ καὶ ἀποκεκομμένον μάλιστα Ὠριγένη, πέρασε αὐτὴ ἡ κακοήθεια καὶ στὰ χριστιανικὰ γραμματειακὰ κλίματα, ὅπου ἔγινε, θὰ ἔλεγα, πιὸ ἄσεμνη καὶ πιὸ ἀνήθικη, καὶ σήμερα ἄνθρωποι, ποὺ γλωσσικῶς δὲν καταλαβαίνουν τὴ Βίβλο, φρονοῦν ὅτι ἔχουν τὸ κῦρος νὰ τὴ βελτιώνουν, κι ἀναλαμβάνουν τὸ ἔργο αὐτὸ αὐτόκλητοι καὶ αὐτοχειροτόνητοι. τὸ Ἆσμα νὰ δῆτε τί τὸ ἔκαναν μὲ τὴν ἄσεμνη κι ἀνήθικη αὐτὴ ἠθική τους, ποὺ βρῆκαν ἔξω ἀπὸ τὴ Βίβλο!
      Ἄλλη φορὰ θ’ ἀσχοληθῶ μὲ τὴν ἔκτασι ποὺ ἔχει πάρει τὸ ἄσεμνο αὐτὸ φαινόμενο. πρὸς τὸ παρὸν γιὰ τὰ μεταφραστικὰ μαργαριτάρια τῶν σεπτῶν κεφαλῶν μόνο αὐτά.
 
 
 

  Μελέτες 1 (2008)