| ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΙ ΤΟΥ ΒΕΡΓΙΛΙΟΥ |
|
|
| Κυριακή, 28 Μάρτιος 2010 11:06 | ||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
|
Στὰ χρόνια τοῦ Χριστοῦ ὁ Ἀλεξανδρεὺς καὶ ἑλληνόγλωσσος Ἰουδαῖος Φίλων (20 π.Χ. - 50 μ.Χ.), γιὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὸ μιμητικὸ φθόνο του πρὸς τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ διανόησι καὶ γραμματεία, διατύπωσε τὴν οὐτοπικὴ θεωρία του, ὅτι ὁ Μωϋσῆς πρῶτος εἶπε κι ἔγραψε τὰ διανοήματα τῶν Ἑλλήνων σοφῶν καὶ φιλοσόφων, καὶ πολὺ ἔπειτα ἐκεῖνοι ἔκλεψαν ἀπὸ τὸ Μωϋσῆ ὅλα ὅσα εἶπαν κι ἔγραψαν. κι αὐτὸς – ὁ Φίλων – μὲ τὴν κατάλληλη ἑρμηνεία τοῦ μωσαϊκοῦ Νόμου ἐπαναφέρει τὰ «κλεμμένα διανοήματα» στὸν ἀρχικὸ πνευματικό τους ἰδιοκτήτη. ἡ «ἐπαναφορά» του γίνεται μὲ μιὰ καββαλιστικὴ ἑρμηνεία ἀπαράδεκτη σὲ κάθε σώφρονα ἄνθρωπο, τὴν ὁποία ὁ ἴδιος λέει «ἀλληγορία». ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ντρεπόταν γιὰ τὴν πατροπαράδοτη γι᾽ αὐτὸν βιβλικὴ ἑβραϊκὴ διανόησι κι αἰσθανόταν τὴν ἀνάγκη ν᾽ ἀπαλλαγῇ ἀπ᾽ αὐτή. ἔνιωθε κομπλεξικὰ μπροστὰ στὴν εἰδωλολατρικὴ διανόησι, ποὺ θαύμαζε κρυφὰ καὶ φθονερά, καὶ ἤθελε, διατηρώντας καὶ ἱκανοποιώντας τὸν ἰουδαϊκὸ ἐθνικιστικὸ ἐγωϊσμό του – μιὰ ποὺ ἡ ἰουδαϊκὴ καταγωγή του τοῦ ἦταν ἔτσι κι ἀλλιῶς ἀναπάλλακτη – , νὰ ἱκανοποιήσῃ καὶ τὴ ζηλόφθονη λαχτάρα του γιὰ τὴν ἑλληνικὴ διανόησι. ἀλλά, γιὰ νὰ μὴν ὁμολογήσῃ τὴν ἀλήθεια, ἔπλασε τὸν παρήγορο γι᾽ αὐτὸν μῦθο τῆς «κλοπῆς» τῶν Ἑλλήνων, ὥστε ἀντὶ ἀποστάτου νὰ φανῇ καὶ ἥρωας καὶ μεγαλοφυής, ποὺ διέγνωσε τὴν «κλοπὴ» κι ἐπανέφερε τὰ «κλεμμένα» στὴ θέσι τους.
Μὲ μιὰ παραπλήσια νοοτροπία μερικοὶ Ἕλληνες Χριστιανοὶ ἐνέταξαν ἀρχαίους Ἕλληνες ποιητὰς καὶ φιλοσόφους στὸν διατυμπανιζόμενο ἀπ᾽ αὐτοὺς σπερματικὸν θεῖον λόγον (Ἰουστῖνος, Ἀπολ. Β’ 13,3), καὶ τοὺς ἔκαναν μὲ τὴ βία –τὴ βία τῶν κειμένων καὶ τῆς ἑρμηνείας– «προφήτας τοῦ Χριστοῦ ἐξ ἐθνῶν» ἢ «χριστιανίζοντας πρὸ Χριστοῦ». ἔτσι, γιὰ παράδειγμα, ὄχι μόνο «ἑρμήνευσαν» καταλλήλως, ἀλλὰ καὶ συμπλήρωσαν μὲ ἀρκετοὺς στίχους τὸν Προμηθέα δεσμώτη τοῦ Αἰσχύλου, ὥστε τὸ «πάθος» τοῦ Προμηθέως στὸν Καύκασο νὰ γίνῃ «προφητεία» γιὰ τὸ σταυρικὸ πάθος τοῦ Χριστοῦ καὶ ὁ ῥόλος τῆς Ἰοῦς «προφητεία» γιὰ τὴν παρθένο Μαρία. ἢ τὸν αὐτοδιαφημιστικὸ λόγο τοῦ Πλάτωνος, ποὺ βάζει στὸ στόμα τοῦ Σωκράτους, στὴν Ἀπολογία του, Τὸν λοιπὸν βίον καθεύδοντες διατελοῖτε ἄν, εἰ μή τινα ἄλλον ὁ θεὸς ὑμῖν ἐπιπέμψειε κηδόμενος ἡμῶν (Πλάτων, Ἀπολ. Σωκρ., 31a), ὅπου ὁ Πλάτων μ᾽ αὐτὴ τὴν ἐκ τῶν ὑστέρων προφητεία ἐννοεῖ φυσικὰ τὸν ἑαυτό του, τὸν θεώρησαν «προφητεία» τοῦ Σωκράτους γιὰ τὸ Χριστό. ἢ χάλκευσαν τὴν «Πρὸς Δημόνικον ἐπιστολήν», ποὺ ἀπέδωσαν ψευδεπιγράφως στὸν Ἰσοκράτη, γιὰ ν᾽ ἀποδώσουν στὸν ἀρχαῖο ῥήτορα χριστιανικὲς ἀπόψεις.
Ἀνάλογες ἐπιδόσεις παρατηρήθηκαν καὶ στοὺς Ῥωμαίους Χριστιανοὺς σχετικὰ μὲ τοὺς δικούς των Λατίνους ποιητὰς – φιλοσόφους οἱ Ῥωμαῖοι δὲν εἶχαν –, καὶ μετὰ τοὺς αὐθεντικοὺς ἐξ αἵματος Ῥωμαίους στοὺς θετοὺς τέτοιους, στοὺς ἐκρωμαϊσμένους δηλαδὴ κι ἐκλατινισμένους πολῖτες ἢ αὐτοκράτορες τοῦ Ῥωμαϊκοῦ κράτους. ἕνα τέτοιο προχριστιανικὸ λατινικὸ κείμενο, ποὺ μὲ τὴ βία ἔγινε «προφητεία» γιὰ τὸ Χριστό, εἶναι ἡ τετάρτη ᾠδὴ (ἐκλογὴ) τῶν Βουκολικῶν τοῦ Βεργιλίου. ὁ Ῥωμαῖος ποιητὴς Βεργίλιος (Publius Vergilius Maro, 70-19 π.Χ.), ὁ Ὅμηρος τῶν Ῥωμαίων, ἔγραψε τὸ προειρημένο ποίημα τῶν Βουκολικῶν του τὸ 40 π.Χ., δυὸ ἔτη μετὰ τὴ μάχη τῶν Φιλίππων, στὴν ὁποία οἱ διάδοχοι τοῦ δολοφονημένου Ἰουλίου Καίσαρος, ὁ ἀρχιστράτηγός του δηλαδὴ Μάρκος Ἀντώνιος κι ὁ ἀνεψιός του Ὀκταβιανὸς Καῖσαρ, νίκησαν κι ἐξώντωσαν τοὺς δολοφόνους καὶ πολιτικοὺς ἀντιπάλους των Κάσσιο καὶ Βροῦτο. τὸ 40 π.Χ. ὁ Ὀκταβιανὸς ἔκανε ἕνα νέο γάμο του, ποὺ δὲν ἦταν ὁ τελευταῖος καὶ ὁριστικός του καὶ ποὺ ἀπὸ τεκνογονία παρέμεινε ἄκαρπος –ὁ Καῖσαρ Ὀκταβιανὸς Αὔγουστος γενικὰ στὴ ζωή του ὅλη παρέμεινε ἄτεκνος–, κι ὁ αὐλοσυντήρητος ποιητὴς γράφει τὸ ἐν λόγῳ ποίημά του, γιὰ νὰ κολακεύσῃ τὸν αὐτοκράτορα. καὶ ἀντὶ νὰ τοῦ εὐχηθῇ «ἕνα γιὸ καὶ διάδοχο», τοῦ «προφητεύει» ὅτι θὰ γεννήσῃ ἕνα γιό, ὁ ὁποῖος θὰ βασιλεύσῃ σὰν τὸν πατέρα του καὶ θὰ φέρῃ μὲ τὴ γέννησί του γιὰ τὴν αὐτοκρατορία μιὰ ἀδιάκοπη εἰρήνη καὶ μιὰ «χρυσῆ ἐποχή», κατὰ τὴν ὁποία ὅλοι οἱ ἄνθρωποι θὰ κολυμποῦν στὴν εὐτυχία. σ᾽ αὐτὸ τὸ γιὸ (filium) ἢ παῖδα (puerum) oἱ Λατῖνοι Χριστιανοὶ τοῦ Δ’ αἰῶνος εἶδαν τὸν Ἰησοῦ Χριστό, διότι σὰν «προφητεία» γιὰ τὸ Χριστὸ ἑρμήνευσαν τὸ «θεόπνευστο» αὐτὸ κατὰ τὸ λατινικὸ ἐθνικισμό τους βουκολικὸ ποίημα τοῦ Βεργιλίου, παρ᾽ ὅλο ποὺ τὰ Βουκολικά του, ἀπομίμησι τῶν Βουκολικῶν τοῦ Θεοκρίτου, εἶναι ποιήματα ποὺ τὰ διακρίνει μιὰ χριστιανικῶς ἀπαράδεκτη καὶ μὴ ἀνεκτὴ εἰδωλολατρικὴ λαγνεία χωρὶς ἀναστολές, καὶ μάλιστα στὸ δεύτερο ὑπάρχει καὶ σοδομιτικὴ ἔκφρασι ἐπιθυμίας τοῦ ποιητοῦ. διότι τραγουδάει τὸ σεξουαλικὸ ἔρωτα μεταξὺ δυὸ ἀρρένων. σὲ μιὰ τέτοια ἀκριβῶς ὀξύμωρη ἐπιλογή τους οἱ Λατῖνοι Χριστιανοὶ θαυμασταὶ τῆς ἐθνικῆς των γραμματείας δὲν ἄντεξαν ν᾽ ἀφήσουν νὰ τοὺς ξεπεράσουν οἱ Ἕλληνες Χριστιανοὶ ποὺ θαύμαζαν τοὺς συντάκτες τοῦ Προμηθέως δεσμώτου καὶ τῆς Ἀπολογίας τοῦ Σωκράτους.
Γενικῶς μετὰ τὴν παῦσι τῶν διωγμῶν τῶν Χριστιανῶν (313 γιὰ τὴ Δύσι καὶ 324 γιὰ τὴν Ἀνατολὴ) σ᾽ ὅλες τὶς χῶρες ἐμφανίζονται ἐθνικόφρονες Χριστιανοὶ ποὺ υἱοθετοῦν τὶς προχριστιανικὲς εἰδωλολατρικὲς κουλτοῦρες «πάσῃ θυσίᾳ». ὁ ἐθνικισμὸς αὐτὸς ἕναν αἰῶνα μετὰ τὴ χρονικὴ ἀφετηρία τῆς ἐμφανίσεώς του καὶ μέχρι τὸν Θ’ αἰῶνα ἀνελίχθηκε ὡς διαφοροποίησι καὶ ἀπόσχισι τῶν ἐθνικῶν «ἐκκλησιῶν» Ἀράβων (νεστοριανῶν), Σύρων (μονοφυσιτῶν), καὶ Λατίνων (παπικῶν), ἐνῷ στὴ γεωγραφικὴ κοιτίδα ἔμεινε ἡ ἐκκλησία τῶν Ἑλλήνων κι ἑλληνογλώσσων (ὀρθοδόξων). καὶ ἀναντίρρητα ὅλοι ὑποστήριξαν τὴν προχριστιανικὴ κουλτούρα τους καὶ ἔβρισκαν σ᾽ αὐτὴ πολλοὺς «θεοπνεύστους» καὶ «προφῆτες», κάνοντας «στραβὰ μάτια» γιὰ τὸ ἱστορικῶς καὶ φιλολογικῶς μαρτυρημένο ἦθος ἐκείνων, ποὺ κάθε ἄλλο παρὰ χριστιανικὸ ἦταν.
Τὸ προειρημένο λοιπὸν ποίημα τοῦ Βεργιλίου, μεταφρασμένο σὲ «ὁμηρικὴ» γλῶσσα καὶ σὲ δακτυλικὸ ἑξάμετρο, παρατίθεται, ἴσως καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων, στοῦ Μ. Κωνσταντίνου τὸν Λόγον τῷ τῶν ἁγίων συλλόγῳ, δηλαδὴ στοὺς συνέδρους τῆς Α’ οἰκουμενικῆς συνόδου τὸ 325 (κεφ. 19-21, ΒΕΠ 24, 223-227. ἢ PG 20, 1292-1302). τὴ μετάφρασι ἀπὸ τὰ λατινικὰ ἔκανε ὁ ἀρειανὸς ἐπίσκοπος Καισαρείας Εὐσέβιος, ποὺ ἀνέλαβε ἀργότερα αὐτόκλητος νὰ παρουσιάσῃ στὴν κυκλοφορία τὰ κείμενα τοῦ Μ. Κωνσταντίνου. ὁ ἴδιος μετέφρασε στὴν ἑλληνικὴ καὶ ὅλο τὸ λόγο, καὶ τὸ Διάταγμα τοῦ Μεδιολάνου (Ἐκκ. ἱστ. 10, 5, 2-14). τὸ πρωτότυπο λατινικὸ κείμενο τοῦ ποιήματος ἔχει 63 στίχους, ἀλλ᾽ ἡ μετάφρασι ἔχει 54 στίχους, οἱ ὁποῖοι μεταφράζουν 49 μόνο στίχους τοῦ πρωτοτύπου. αὐτὸ συμβαίνει, ἐπειδὴ ὑπάρχουν 2 στίχοι (21. 40) ποὺ μεταφράζονται μὲ δύο στίχους ὁ καθένας, ὑπάρχουν ἄλλοι 2 στίχοι (56. 58) ποὺ μεταφράζονται καὶ οἱ δύο μ᾽ ἕνα στίχο, ὑπάρχουν 14 στίχοι (2-3. 7. 10-12. 19. 41. 43. 46-49. 57) ποὺ δὲν μεταφράζονται καθόλου ἀλλὰ καὶ παραλείπονται ὡς ἀνύπαρκτοι, καὶ τέλος ὑπάρχουν 4 στίχοι (μετὰ τοὺς 9. 16. 45) ποὺ δὲν ὑπάρχουν στὸ λατινικὸ πρωτότυπο, ἀλλ᾽ εἶναι τῆς φαντασίας τοῦ μεταφραστοῦ. ἀλλὰ κι ἀπὸ τοὺς ἄλλους στίχους παραλείπονται ἢ τροποποιοῦνται ἀρκετὲς λέξεις καὶ φράσεις. αὐτὰ ποὺ παραλείπονται εἶναι 2 ἱστορικὰ ὀνόματα, 7 ὀνόματα θεῶν, ἀναφορὲς σὲ μύθους, εἰδωλολατρικὰ στοιχεῖα γενικῶς, τὰ ὁποῖα δὲν ταιριάζουν στὸ Χριστό, θέτουν σὲ κίνδυνο τὸν «προφητικὸ» χαρακτῆρα τοῦ ποιήματος, καὶ εἶναι χριστιανικῶς ἀπαράδεκτα. τὸ ποίημα λογοκρίνεται, γιὰ νὰ «ἐκχριστιανιστῇ», τόσο, ποὺ στὸ τέλος εἶναι ἕνα ἄλλο ποίημα στὸ ὁποῖο ἁπλῶς χρησιμοποιοῦνται λέξεις καὶ φράσεις κλεμμένες ἀπὸ τὸ Βεργίλιο.
Λαμβάνω τὰ δύο κείμενα, λατινικὸ πρωτότυπο καὶ ὁμηρικὴ μετάφρασι, ἀπὸ τὶς καλλίτερες κριτικὲς ἐκδόσεις των. τὸ πρωτότυπο ἀπὸ τὴν ἔκδοσι τοῦ F. A. Hirtzel (Oxonii 1900, 195915 ). τὴ μετάφρασι τοῦ Εὐσεβίου ἀπὸ τὴν ἔκδοσι τοῦ I. A. Heikel (Eusebius Werke, V. 1, GCS, Leipzig 1902. καὶ ΒΕΠ τ. 24), ἔχοντας ὑπ᾽ ὄψι μου καὶ τὴν ἔκδοσι τοῦ H. Valesius (PG 20, 1233-1316). στὸ κείμενο τῆς ἐκδόσεως τοῦ Heikel ἐπιφέρω 5 μεταβολές.
Στίχ. 13. ἕλκεα → ἄλγεα διώρθωσα.
23. ποίην→αὐτὰ χειρόγραφα στὴν ἔκδοσι τοῦ Valesius.
24. <….> →ποίη διόρθωσι τῶν Scaliger, Borgasius, Valesius.
50. ὁρῶν→ὅρα χειρόγραφα στὴν ἔκδοσι τοῦ Valesius.
62. γ᾽ ἐγέλασαν → γε γέλασαν διώρθωσα.
Στὴ συνέχεια παραθέτω καὶ τὰ δυὸ ἀρχαῖα κείμενα καὶ ξεχωριστὲς μεταφράσεις μου τοῦ καθενός, γιὰ νὰ εἶναι ἡ διαφορά τους διαγνώσιμη ἀπ᾽ ὅλους. μετὰ τὶς μεταφράσεις σχολιάζω ξεχωριστὰ καὶ τὸ πρωτότυπο καὶ τὴ μετάφρασι τοῦ Εὐσεβίου.
1. Λατινικὸ πρωτότυπο τοῦ Βεργιλίου
2. Mετάφρασι τοῦ Εὐσεβίου
3. Μετάφρασι τοῦ λατινικοῦ πρωτοτύπου
4. Μετάφρασι τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐσεβίου
Σ Χ Ο Λ Ι Α
1. Στὸ λατινικὸ πρωτότυπο
Τίτλος. Ecloga-Ἐκλογή. ἐπὶ μέρους ᾠδὴ μιᾶς ποιητικῆς συλλογῆς. ἡ συλλογὴ λέγεται Βουκολικὰ (Bucolica), ἡ ἐπὶ μέρους ᾠδὴ Ἐκλογὴ (Ecloga).
1. SicelidesMusae. Moῦσες τῆς (ἑλληνικῆς) Σικελίας, τῆς ἑλληνικῆς βουκολικῆς ποιήσεως, ἐμπνεύστριες τοῦ Σικελοῦ ποιητοῦ Θεοκρίτου, τὸν ὁποῖο ὁ Βεργίλιος φθονεῖ, μιμεῖται, καὶ λεηλατεῖ στὴ συλλογή του Bucolica. ἐδῶ στὸ στίχο 1 εἰδικὰ μιμεῖται - κλέβει τὸ ῥεφραὶν τῆς Α’ ᾠδῆς τῶν Βουκολικῶν τοῦ Θεοκρίτου
Ἄρχετε βουκολικᾶς, Μοῖσαι φίλαι, ἄρχετ᾽ ἀοιδᾶς
(στίχοι 64 ˙ 70˙ 73˙ 76˙ 79˙ 84˙ 89˙ 94˙ 99˙ 104˙ 108˙ 111˙ 114˙ 119˙ 122˙ καὶ 127˙ 131˙ 137˙ 142).
4. Cumaeicarminis. χρησμοῦ τῆς Κυμαίας Σιβύλλης. ὁ ἐκστασιομανὴς καὶ ἰσοβίως ἄγαμος Ἐτροῦσκος Βεργίλιος εἶχε ψύχωσι μὲ τὴν Κυμαία Σίβυλλα, ποὺ σχετιζόταν πολὺ μὲ τὸν τελευταῖο Ἐτροῦσκο βασιλέα τῆς Ῥώμης Ταρκύνιο, ἡ ὁποία κατὰ τὴ φαντασίωσί του αὐτὴ κρατοῦσε καὶ προέλεγε τὰ πεπρωμένα τῆς Ῥωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας ἀπὸ τὰ χρόνια τοῦ Αἰνείου κιόλας. τὴ Σίβυλλα σχεδὸν αὐτὸς τὴ διέπλασε καὶ ἀπὸ παντρεμένη καὶ γριὰ τὴν ἔφτιαξε νέα καὶ παρθένο (virgo), κάτι ἀνάλογο μὲ τὴ Ζὰν ντ᾽ Ἂρκ ἢ τὴ Μασσαλιώτιδα ἢ τὴ Δημοκρατία τῶν Γάλλων. λίγο ἀργότερα τῆς ἀφιέρωσε ὁλόκληρο τὸ F’ βιβλίο τῆς Αἰνειάδος, ὑποκαθιστώντας μ᾽ αὐτὴ τὴν Κίρκη τῆς Ὀδυσσείας.
6. Virgo. παρθένος. ἐννοεῖ τὴ Σίβυλλα.
6. Saturniaregna. μὲ τὴν παλινόρθωσι τῆς βασιλείας τοῦ ἐκπτώτου Κρόνου ὑπαινίσσεται καὶ εὔχεται τὴν παλινόρθωσι τῆς βασιλείας στὴ Ῥωμαϊκὴ αὐτοκρατορία στὸ πρόσωπο τοῦ Ὀκταβιανοῦ Καίσαρος.
8. Nascentipuero. πρόκειται γιὰ τὸν ἀναμενόμενο (ἐγκυμονούμενο) «γιὸ» τοῦ Ὀκταβιανοῦ καὶ τῆς Λουκίνης.
8-9. Ferrea … gensaurea. ὁ Βεργίλιος ἐδῶ μιμεῖται τὸν Ἡσίοδο, Ἔργ., 109-212 γένος χρύσεον, ἀργύρεον, χάλκειον, ἡρώων, σιδήρεον (109. 127-8. 143-4. 159. 176), τὸν ὁποῖο μετὰ τρία χρόνια θὰ μιμηθῇ πλατύτερα μὲ τὰ Γεωργικά του ὁ πιὸ ἀτάλαντος αὐτὸς καὶ τανυσμένος Ῥωμαῖος ποιητής, λεηλατώντας τὸ ἔπος του Ἔργα καὶ ἡμέραι. ὁ πιὸ μισέλληνας ποιητής, πού, ὅταν στὴν Αἰνειάδα του λέῃ TimeoDanαosetdonaferentis(2, 49), μέσα στὸν κομπλεξικό του φθόνο, ὅπου βράζει, ἐννοεῖ Κλέβω τοὺς Ἕλληνες καὶ τοὺς μισῶ, ἀκόμη κι ἂν κάτι μοῦ τὸ κάνουν δῶρο.
10. Lucina. σύζυγος τοῦ Ὀκταβιανοῦ Καίσαρος, ποὺ τὴν παντρεύτηκε μετὰ τὴ μάχη στοὺς Φιλίππους (42 π.Χ.). καθὼς λίγον καιρὸ μετὰ τὸ γάμο ἀκούστηκε ὅτι εἶναι ἔγκυος, χωρὶς ἐν τέλει νὰ εἶναι, οἱ αὐλοσυντήρητοι παράσιτοι ποιηταὶ σὰν τὸ Βεργίλιο, τέθηκαν σὲ συναγερμὸ κι ἄρχισαν νὰ γράφουν ἐγκώμια γιὰ τὸ «γιὸ» ποὺ θὰ γεννιόταν. τέτοιο ἐγκώμιο εἶναι καὶ τὸ παρὸν ποίημα.
10. TuusApollo. Ἀπόλλωνα τῆς Λουκίνης λέει τὸν Ὀκταβιανὸ Καίσαρα, τὸν ἔπειτα Αὔγουστο.
12. Pollio. Ἀσίνιος Πωλλίων, ὕπατος τοῦ 40 π.Χ., εὐνοούμενος τοῦ Ὀκταβιανοῦ. σ᾽ αὐτὸν ὁ Βεργίλιος, ὡς τελετάρχη τῆς αὐτοκρατορίας, ἀπευθύνει μόνο τὴν εἰδοποίησι τοῦ παρόντος στίχου, ὄχι τὸ ποίημα ὅλο. ἀπὸ παρεξήγησι κάποιοι ἑρμηνευταὶ νόμισαν ὅτι ὁ Βεργίλιος σ᾽ αὐτὸν ἀπευθύνεται σ᾽ ὅλο τὸ ποίημα κι αὐτὸν ἐννοεῖ ὡς ἄντρα τῆς Λουκίνης καὶ πατέρα τοῦ θαυμαστοῦ παιδιοῦ ποὺ ἐγκωμιάζεται καὶ ποὺ «θὰ γεννηθῇ».
13. Qua manent sceleris vestigia nostri. ἐννοεῖ τὸν τέως σύμμαχο στὴν τριανδρία καὶ τώρα ἤδη ἀντίπαλο τοῦ Ὀκταβιανοῦ Μάρκο Ἀντώνιο καὶ τὴν Κλεοπάτρα. ὁ Ὀκταβιανὸς ἀμέσως μετὰ τὴ μοιρασιὰ τῆς ἐπικρατείας μ᾽ ἐκεῖνον, ἄρχισε νὰ συκοφαντῇ συστηματικὰ τὸ Μάρκο Ἀντώνιο ὡς ἐπίβουλο τῆς Ῥώμης, ποὺ θέλει νὰ ἐγκαταστήσῃ σ᾽ αὐτὴ ὡς βασίλισσα τὴν Ἑλληνίδα Κλεοπάτρα ποὺ τοῦ πῆρε τὰ μυαλά του. ἔκανε ὅ,τι μποροῦσε, γιὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὴ σύρραξι, ὥστε ν᾽ ἀπομείνῃ μονοκράτορας. καὶ κυρίως ὁ ἀνεψιὸς τοῦ Ἰουλίου Καίσαρος Ὀκταβιανὸς ἔτρεμε τὴν Κλεοπάτρα, ἐπειδὴ οἱ γιοί της ἦταν γιοὶ τοῦ Ἰουλίου Καίσαρος καὶ Ῥωμαῖοι καὶ περισσότερο ἀπ᾽ αὐτὸν δικαιοῦχοι τοῦ αὐτοκρατορικοῦ θρόνου τῆς Ῥώμης.
19-20. Hederas cum baccare mixta colocasia acantho. «πρώτιστα δῶρα τῆς γῆς» (prima munuscula telluris) λέει ὁ Βεργίλιος τὸν κισσὸν (hedera) καὶ τ᾽ ἀρώματα βάκκαριν (baccar) καὶ κολοκασίανἄκανθον (colocasia acanthus), τὸ δεύτερο ἐδώδιμο (μπαχαρικὸ) καὶ τὸ πρῶτο μὴ ἐδώδιμο. καὶ τὰ τρία μαζὶ σημαίνουν διονυσιακὸ γλέντι. τὸν κισσὸνὡς ἱερὸν τοῦ Διονύσου ἀναφέρουν ὁ Εὐριπίδης (Βάκχ., 81-82), ὁ Ἀριστοφάνης (Βάτρ., 999-1000), καὶ πολλοὶ ἄλλοι ποιηταί. τὴν βάκκαρινὡς ἄρωμα ἀνέφεραν οἱ ποιηταὶ Ἱππῶναξ, Σιμωνίδης, Αἰσχύλος, Σοφοκλῆς, Ἴων, Ἀχαιός, Ἀριστοφάνης, Κηφισόδωρος, καὶ Μάγνης, τῶν ὁποίων τὰ σχετικὰ ἀποσπάσματα ἔχει συγκεντρώσει ὁ Ἀθήναιος (15, 40-41 689f-690d). τὸ κολοκάσιονἢ κολοκασίαἄκανθοςἀναφερόταν πάλι κατὰ τὸν Ἀθήναιο (3,1 72b) ἀπὸ τὸν ποιητὴ Νίκανδρο στὰ Γεωργικά του.
25. Assyriumamomum. ἄρωμα ἐδώδιμο (μπαχαρικὸ) ποὺ εὐδοκιμοῦσε στὴ Συρία καὶ Παλαιστίνη. τὸ ἀναφέρουν οἱ Ἀριστοτέλης (Περὶ μέθης, ἀπόσπ. 105 ἀπὸ τὸν Ἀθήναιο 11,11 464c) καὶ Θεόφραστος (Ἱστ. φυτ. 9,7,2).
27. Virtus. ἀνδραγαθίες, ἔργα ἀντρειᾶς. ἐννοεῖ τὴν ἐναντίον τοῦ Κασσίου καὶ τοῦ Βρούτου νίκη τοῦ Ὀκταβιανοῦ στοὺς Φιλίππους τὸ 42 π.Χ.
30. Duraequercussudabuntroscidamella. ὁ Βεργίλιος, ὅπως τὸ λέει, φαίνεται ὅτι ἐννοεῖ μελίγκρα τῆς δρυός, λὲς καὶ ἡ ἀρρώστια αὐτὴ τῶν δέντρων εἶναι κάτι τὸ ὡραῖο καὶ τὸ ποιητικό. ὁ δὲ Εὐσέβιος, ποὺ μεταφράζει σκληρῶνἐκπεύκηςλαγόνωνμέλιτοςῥέενᾶμα, ἐννοεῖ κουφάλα πεύκου, σὰν κάποια ἐγκυμονοῦσα κοιλιά, μέσα στὴν ὁποία σμῆνος ἀγρίων καὶ ἀδεσπότων μελισσῶν στήνει τὴν ἀποικία του, τὸ μελίσσι, καὶ κάνει κηρῆθρες καὶ μέλι, χωρὶς νὰ ξέρῃ ὅτι τὰ ῥητινοφόρα δέντρα δὲν κάνουν κουφάλα. καὶ οἱ δυὸ εἶναι ἀστοὶ ποὺ δὲν ξέρουν ἀπὸ πράγματα τῆς ὑπαίθρου, καὶ λένε ὅ,τι τοὺς κατέβῃ, παριστάνοντας τὸν εἰδήμονα στ᾽ ἀγροτικὰ καὶ βουκολικά. καὶ δὲν μεταφράζει ὁ ἕνας τὸν ἄλλο.
31. Paucapriscaevestigiafraudis. ὅπως καὶ στὸ στίχο 13, ἐννοεῖ τὸ Μάρκο Ἀντώνιο καὶ τὴν Κλεοπάτρα. ὁ Βεργίλιος στὴν πάντοτε στρατευμένη καὶ ἰσοβίως ἐξαγορασμένη ποίησί του λειτουργεῖ ὡς φερέφωνο τῆς πολιτικῆς προπαγάνδας τοῦ Ὀκταβιανοῦ.
33. Rates … muri … sulci. τὰ τύμπανα τοῦ πολέμου, ποὺ θὰ κορυφωθῇ στὸ Ἄκτιον, στὴν ἀρχὴ ἠχοῦν ὡς προπαγάνδα μέσῳ τῶν πληρωμένων πoιητῶν τῆς αὐλῆς τοῦ Ὀκταβιανοῦ, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ Βεργίλιος.
34. Tiphys. ΤῖφυςὁἉγνιάδηςὁΘεσπιεύς, ὁ κυβερνήτης τῆς Ἀργοῦςτῶν ἀργοναυτῶν (Ἀπολλώνιος Ῥόδιος, Ἀργ. 1, 105 ἑ.. Ἀπολλόδωρος, Βιβλιοθ. 1, 9, 23).
34. Argo. ἡ θρυλικὴ ναῦςτῶν ἀργοναυτῶν.
36. IterumadTroiammagnusmitteturAchilles. τὴν πολιτικὴ κατὰ τοῦ Μάρκου Ἀντωνίου προπαγάνδα του ὁ Ὀκταβιανὸς τὴν ἔλεγε διὰ τῶν ποιητῶν στὸ Ῥωμαϊκὸ λαὸ ἀμυντικὸ πόλεμο τῶν Ῥωμαίων ἐναντίον τῆς ἐπίβουλης Ἑλληνίδος Κλεοπάτρας, ὁ δὲ Βεργίλιος, προανακρούοντας τὴν Αἰνειάδα του, λέει τὴ Ῥώμη Τροίακαὶ τὴ μισητὴ Κλεοπάτρα γελοιογραφικῶς μέγαν (θηλυκὸν) ‘Αχιλλέα.
47. Parcae. ῥωμαϊκὲς θεὲς ὁμόλογες μὲ τὶς ἑλληνικὲς Μοῖρες. τὸ ὄνομά τους παράγεται ἀπὸ τὴ ῥίζα parc-, ποὺ σημαίνει πλέκω, κλώθω. στὴν ἑλληνικὴ ἡ μία ἀπὸ τὶς Μοῖρες λεγόταν Κλωθώ.
49. Iovisincrementum. ἡ οἰκογένεια τῶν Καισάρων καυχῶνταν ὅτι κατάγεται ἀπὸ τὸ Δία μέσῳ Αἰνείου καὶ Ἀφροδίτης.
53. O mihi … maneat. μὲ τὴν εὐχὴ αὐτὴ ἀρχίζει ὁ ἐπίλογος, στὸν ὁποῖο ὁ ποιητὴς παρεμβάλλει τὸν ἑαυτό του, γιὰ δεύτερη φορὰ μετὰ τὸν πρῶτο στίχο τῆς ᾠδῆς, σὰν τροβαδοῦρο τῆς βασιλικῆς δόξης τοῦ ἐξυμνουμένου «γιοῦ» τοῦ Ὀκταβιανοῦ, ποὺ ὑποτίθεται ὅτι βρίσκεται κιόλας στὴν κοιλιὰ τῆς Λουκίνης καὶ ὅσον οὔπω θὰ γεννηθῇ.
55-63. Ὁ Βεργίλιος ἐκδηλώνει τὸ μεγάλο κόμπλεξ ποὺ εἶχε μπροστὰ στοὺς ποιητὰς τῶν Ἑλλήνων καὶ κυρίως τὸν Ὅμηρο, ποὺ δὲν ἀντέχει νὰ τὸν κατονομάσῃ ἐδῶ, καὶ ποὺ τόσο φθονερὰ μιμεῖται, παραλλάσσοντας καὶ ἀνακατατάσσοντας τὸ ποιητικὸ ὑλικό του, τὸ μὲν τοῦ Ὕμνου εἰς Ἀφροδίτην – ποὺ κι αὐτὸν τότε τὸν θεωροῦσαν ἔργο τοῦ Ὁμήρου – σὰν ὑπόθεσινκαὶ ὑποδομὴ τῆς Αἰνειάδος του, τὸ δὲ τῆς Ἰλιάδος στὰ ἓξ δεύτερα βιβλία της (7-12), τὸ δὲ τῆς Ὀδυσσείας στὰ ἓξ πρῶτα (1-6). τὸ ἴδιο κάνει καὶ στὰ Γεωργικά του λεηλατώντας τὸ Ἔργα καὶ ἡμέραι τοῦ Ἡσιόδου καὶ τὰ χαμένα Γεωργικὰ τοῦ Νικάνδρου, καὶ στὰ Βουκολικά του λεηλατώντας τὰ Βουκολικὰ εἰδύλλια τοῦ Θεοκρίτου. ὁ Βεργίλιος πάντοτε εἶναι σχεδὸν μεταφραστὴς ὅπως καὶ οἱ Πλαῦτος καὶ Τερέντιος τοῦ Μενάνδρου καὶ τῶν ἄλλων ποιητῶν τῆς νέας κωμῳδίας. καὶ πάντοτε καταλάβαινε ὁ Βεργίλιος ὅτι δὲν εἶναι τίποτε περισσότερο ἀπὸ πίθηκος καὶ παπαγάλος τῶν προειρημένων τεσσάρων Ἑλλήνων ποιητῶν, καὶ πολλῶν ἄλλων δευτερευόντως, τῶν Ἑλλήνων ποὺ κατὰ τὰ ἄλλα οἱ Ῥωμαῖοι τοὺς νίκησαν καὶ ποὺ καὶ σὲ ἄλλα τοὺς ξεπέρασαν, καὶ ὑπέφερε ἀπὸ κόμπλεξ μιμητικοῦ καὶ κλεπτομανοῦς φθόνου. ὁ γενναῖος νικητὴς Ῥωμαῖος νὰ φθονῇ καὶ νὰ κλέβῃ τοὺς ἡττημένους Ἕλληνες καὶ νὰ τοὺς ἀντιμετωπίζῃ σὰν ἀπροσπέλαστα ἀναγκαστικὰ πρότυπα! αὐτὸ ὁ φθόνος του, προσωπικὸς καὶ ἐθνικός, δὲν τὸ ἄντεχε. καὶ καθὼς δὲν καταδέχεται οὔτε νὰ κατονομάσῃ τὸν Ὅμηρο, ποὺ κυρίως φθονεῖ καὶ ποὺ προφανέστατα σχεδιάζει νὰ λεηλατήσῃ …καὶ νὰ ξεπεράσῃ προσεχῶς μὲ τὴν Αἰνειάδα του, ποὺ θὰ γράψῃ, ξεδίνει λέγοντας ὅτι δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ νὰ τὸν ξεπερνοῦν ὁ Ὀρφεὺς κι ὁ Λίνος, κι αὐτὸς ἀκόμη ὁ ἑλληνικὸς θεὸς Πάν! ὄχι δὲν πρόκειται νὰ τοὺς τὸ ἐπιτρέψῃ νὰ ξεπερνοῦν ἕνα Ῥωμαῖο!
55. Thracius Orpheus. μέγας μουσικὸς κατὰ τὴ μυθολογία, γιὸς τῆς μούσης Καλλιόπης.
56. Linus. στὴν ἀρχὴ φυτό, λίνοςλινάρι, ἔπειτα θρηνητικὸ μέλος γιὰ τὸ θανατούμενο ἐνταφιαζόμενο καὶ θρηνούμενο θεὸ λεγόμενο αἴλινος (=αἲλίνος), κι ἐν τέλει ἕνα ἀπὸ τὰ ὀνόματα τοῦ θρηνουμένου θεοῦ, ποὺ ἐνταφιαζόταν κατὰ τὸ θερινὸ ἡλιοστάσιο (21 Ἰουνίου), ὅταν ἡ ἡλιοφάνεια καὶ ἡ μέρα ἀρχίζῃ νὰ μικραίνῃ κι ὅταν ἦταν ἡ συγκομιδὴ τοῦ λιναριοῦ. ἀπὸ τὸ θρηνητικὸ μέλος του μυθολογήθηκε καὶ σὰ θεὸς τῆς μουσικῆς καὶ γιὸς τοῦ Ἀπόλλωνος.
58. Πάν. αἰγοπόδαρος μικροθεὸς τύπου Σιληνοῦκαὶ Σατύρων (δαίμων, δαιμόνιον), ἰθυφαλλικὸς ἤτοι πριαπικός, λατρευόμενος κυρίως στὴν Ἀρκαδία, σὲ ἀρχαϊκὲς ἐπιγραφὲς τῆς ὁποίας ἀνευρίσκεται καὶ ὡς Πάων, ποὺ δὲν εἶναι παρὰ ὁ ῥωμαϊκὸς ἢ ἐτρουσκικὸς Faunus. φέρεται καὶ σὰ μουσικὸς τῆς ποιμενικῆς καὶ βουκολικῆς μουσικῆς.
61. Decem menses. καὶ ἄλλοι μερικοὶ ἀρχαῖοι νόμιζαν ὅτι ἡ ἐγκυμοσύνη τοῦ ἀνθρώπου διαρκεῖ δέκα μῆνες (Φίλων, Περὶ ἀφθαρσίας κόσμου, 19), ἀλλ᾽ ὄχι ὅλοι. πολλοὶ ἤξεραν ὅτι ἐννιά.
2. Στὴ μετάφρασι τοῦ Εὐσεβίου
1. Μεγάληνφάτιν. ὁ Εὐσέβιος ἐννοεῖ τὸ εὐαγγέλιον, τὸ μέγα μήνυμα τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ υἱοῦ τοῦ θεοῦ καὶ τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων. γιὰ νὰ γίνῃ προφητεία ἡ βουκολικὴ ᾠδή, πλὴν τῶν ἄλλων παραλείπονται τὰ ἱστορικὰ ὀνόματα Λουκίνακαὶ Πωλλίων, καὶ τὰ μυθικὰ Κρόνος, Ζεύς, Ἀπόλλων, Ὀρφεύς, Μοῖραι, Θέτις, καὶ Καλλιόπη.
6. Παρθένος. ἐννοεῖ τὴ μητέρα τοῦ Χριστοῦ παρθένο Μαρία.
6. Βασιλῆα. ἐννοεῖ τὸν Ἰησοῦ Χριστό.
15. Λήψεται ἀφθάρτοιο θεοῦ βίοτον. τὸ λήψεται δείχνει τὴν ἀρειανικὴ δοξασία τοῦ Εὐσεβίου.
16-0. Πατρίδι. ἐννοεῖ τὴν Παλαιστίνη.
16-0. Μακάρεσσιν ἐελδομένοισι. ἐννοεῖ ὅσους σ᾽ ὅλη τὴ γῆ ἀγαποῦν τὸ Χριστό.
20. Κριθὴν ἠδὲ κύπειρον. ὁ Βεργίλιος λέει κισσὸν (hedera) καὶ βάκκαριν (baccar), ἀλλ᾽ ὁ Εὐσέβιος μεταφράζει κριθὴν καὶ κύπειρον (θηλυκὸ ἢ οὐδέτερο), προφανῶς ἐπειδὴ θέλησε ν᾽ ἀποφύγῃ πράγματα ποὺ ἰδιάζουν στὸ διονυσιακὸ ξεφάντωμα. ἔχω τὴν ὑποψία ὅτι τὴν κριθὴν καὶ τὸ κύπειρον τὰ βρῆκε στοὺς στίχους τῆς Ὀδυσσείας δ 603-4, ὅπου συνεκφέρονται κύπειρον ἠδὲ κρῖ κι ὅπου ἔψαχνε γιὰ κάποιες λέξεις ποὺ θὰ χρησιμοποιοῦσε σ᾽ αὐτὴ τὴ μετάφρασί του. τὸ κύπειρον ἢ ἡ κύπειρος ἀναφέρεται στὰ Ὁμηρικὰ Ἔπη (Φ 351˙ δ 603-4), στὸν Ὕμνον εἰς Ἑρμῆν (107), κι ἀπὸ τοὺς Ἀριστοφάνη (Βάτρ., 243-4), Θεόκριτο (1, 106), καὶ ἄλλους. βλ. καὶ σχόλιο στοὺς στίχ. 19-20 τοῦ πρωτοτύπου.
20. Κολοκασσί᾽ ἀκάνθῳ (κολοκασσίᾳ). νομίζει ὅτι μπορεῖ νὰ ἐκθλιβῇ τὸ μακρὸ - ᾳ.
21β Συνεκτελέουσι. τελῶ ἐκτελῶ συνεκτελῶ. προσφέρω ὡς τέλος. τέλος δὲ ἡ προσφορὰ καὶ κυρίως ἡ πρὸς τὸ θεῖον, ἐξ οὗ καὶ τελῶ τελετή. τὸ λατινικὸ πρωτότυπο δὲν ἔχει ἀντίστοιχη λέξι. ἡ μετάφρασι τοῦ Εὐσεβίου εἶναι διαφορετική.
26. Πατρὸς μεγίστου. ὁ Εὐσέβιος ἐννοεῖ τὸν θεὸν πατέρα.
30. Βλ. ἀντίστοιχο σχόλιο στὸ πρωτότυπο.
31. Προτέρας ἄτης. τῆς «ἀρχαίας κατάρας». ἐννοεῖ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα.
44. Τυρίῃσι λιβάδεσσι. Τύριαι λιβάδες δηλαδὴ «σταγόνες τῆς Τύρου» εἶναι οἱ σταγόνες τοῦ αἵματος τῆς πορφύρας, τὴν ὁποία κατεργάζονταν κυρίως οἱ Φοίνικες τῆς Τύρου καὶ τῆς Σιδῶνος (Πρξ 12, 20). ὁ Βεργίλιος λέει ἁπλῶς murices.muricesλέγονται καὶ σήμερα στὴ ζῳολογία τὰ δυὸ ἀπὸ τὰ τρία κογχύλια τῆς Μεσογείου, ποὺ ἔδιναν κατὰ τὴν ἀρχαιότητα τὸ χρῶμα τῆς πορφύρας, murextrunculus (μύρηξ ἀκρόκωλος) καὶ murexbrandaris (μύρηξ τοῦ Brand). τὸ τρίτο καὶκαλλίτερο λέγεται purpurahaemastoma (πορφύρα αἱμάστομα).
45-00. Ἀλλ᾽ ἄγε τιμῆεν σκῆπτρον βασιλήιδος ἀρχῆς
δεξιτερῆς ἀπὸ πατρὸς ἐριβρεμέταo δέδεξο.
ὁ Εὐσέβιος ἐδῶ δὲν μεταφράζει καθόλου τοὺς στίχους 46-49 τοῦ Βεργιλίου, ποὺ ὑποτίθεται ὅτι μεταφράζει, ἐπειδὴ θέλει ν᾽ ἀποφύγῃ τὸν εἰδωλολατρικὸ μῦθο γιὰ τὶς Μοῖρες (Parcae). αὐτὸ ποὺ γράφει ὅμως σὰ μετάφρασι, τὸ παίρνει ἀπὸ τὸν Ὅμηρο (Β 100-109), ὅπου τὸ βασιλικὸ σκῆπτρον τὸ στέλνει ὡς κληρονομικὸ «χρῖσμα» στὴ δυναστεία τῶν Ἀτρειδῶν ὁ Ζεὺς μὲ τὸν Ἑρμῆ. ὁ Εὐσέβιος ὅμως ἐννοεῖ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ νὰ παίρνῃ τὸ σκῆπτρο τῆς βασιλείας τοῦ θεοῦ ἀπὸ τὴν δεξιὰν τοῦ θεοῦ πατρὸς (πρβλ. καὶ Ὅμηρον, Β 245-6. Κ 321. β 37).
61. Πολλοὺς λυκάβαντας. ὁ Βεργίλιος λέει decemmenses= «δέκα μῆνες», ὁ Εὐσέβιος ὅμως μεταφράζει πολλοὺς λυκάβαντας. στὸν Ὅμηρο καὶ στοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες γενικῶς λυκάβαντες λέγονται τὰ ἔτη, οἱ χρονιές. οὐδέποτε οἱ μῆνες. ὁ Εὐσέβιος ὅμως λέει τοὺς μῆνες, τὰ «φεγγάρια», τόσο διότι μεταφράζει ἔτσι τοὺς mensesτοῦ Βεργιλίου, ὅσο καὶ διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μιλάῃ γιὰ ἐγκυμοσύνη γυναικὸς ποὺ διαρκεῖ πολλὰ χρόνια. πρόκειται γιὰ ἐλλιπῆ ἑλληνομάθεια τοῦ Εὐσεβίου. καὶ φυσικὰ δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ μόνο λάθος του ποὺ κάνει στραβὰ καὶ κακὰ τὰ «ὁμηρικά» του σ᾽ αὐτὴ τὴ μετάφρασι, οὔτε εἶναι αὐτὸς ὁ μόνος ἐκκλησιαστικὸς ποιητὴς τοῦ Δ’ αἰῶνος ποὺ γράφει ἢ μεταφράζει σὲ ἄθλια «ὁμηρικά». τέτοια εἶναι καὶ τὰ «ὁμηρικὰ» τοῦ Νόννου Πανοπολίτου, τοῦ Ἀπολλιναρίου Ἱεραπόλεως, τοῦ Γρηγορίου Ναζιανζηνοῦ, καὶ τοῦ Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ ἀργότερα (Η’ αἰ.).
62-63. Ἡ παραχάραξι διὰ τῆς μεταφράσεως στοὺς δυὸ τελευταίους στίχους εἶναι χαρακτηριστική. ἡ συνεστίασι μὲ τοὺς θεοὺς καὶ ἡ συνουσία θνητῶν μὲ θεὲς τοῦ λατινικοῦ πρωτοτύπου, πίσω ἀπὸ τὰ ὁποῖα κρύβονται τὰ ὀργιαστικὰ συμπόσια καὶ ἡ ἱερὰ πορνεία τῶν εἰδωλολατρικῶν τελεστηρίων, γίνονται ἀνθρώπινα τραπέζια καὶ χριστιανικὴ παρθενία. δὲν ὑπῆρχαν μόνο Ἑλληναρᾶδες, ἀλλὰ καὶ Λατιναρᾶδες κι Ἀσιαταρᾶδες κι Ἀφρικαναρᾶδες καὶ Ῥωμαναρᾶδες, ποὺ ἐξωράιζαν ἔτσι τὸ ἀκάθαρτο παρελθόν τους, γιὰ νὰ κοκορευτοῦν εἰς βάρος τῶν ἀλλοεθνῶν ἐν Χριστῷ ἀδελφῶν τους, κι αὐτὸ ποὺ θεμελίωσαν μὲ αἵματα τριῶν αἰώνων, νὰ τὸ γκρεμίσουν, καὶ τὴν ἐκκλησία νὰ τὴ διαλύσουν, γιὰ νὰ χαϊδέψουν τὸν παλαιὸν ἄνθρωπόν τους, ποὺ χριστιανικῶς δὲν ἦταν καθόλου ἀξιέπαινος, οὔτε κἂν βιώσιμος. ἀποφάσισαν μετὰ τὸ μπάνιο νὰ φορέσουν τὰ ῥοῦχα τους τὰ λερωμένα. καὶ μέσα στὴν ἀπόφασί τους αὐτὴ ἔπρεπε μὲ κάθε τρόπο ὁ καθένας τοὺς δικούς του ἀρχαίους νὰ τοὺς κάνῃ προφῆτες ποὺ προφήτευσαν γιὰ τὸ Χριστό.
Δημοσιεύεται καὶ στὴν ἐπετηρίδα ‘’Σίρις’’, Σέρρες 7 (2003-2007)
Μελέτες 5 (2008)
|













